Περισσότερα από 5.000 χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Ötzi, γνωστός διεθνώς ως ο «Άνθρωπος των Πάγων», εξακολουθεί να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή και το περιβάλλον της προϊστορικής Ευρώπης. Μια νέα επιστημονική έρευνα φωτίζει τώρα μια ακόμη άγνωστη πτυχή της ύπαρξής του, αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες για το μικροβίωμα που τον συνόδευε όσο ήταν ζωντανός αλλά και μετά τον θάνατό του.
Ο Ötzi ανακαλύφθηκε το 1991 από πεζοπόρους σε παγετώδη περιοχή των Άλπεων του Τιρόλου και θεωρείται η αρχαιότερη και καλύτερα διατηρημένη φυσική ανθρώπινη μούμια που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα. Η νέα μελέτη, με επικεφαλής ερευνητές του ιταλικού κέντρου Eurac Research, αξιοποίησε προηγμένες τεχνικές γενετικής ανάλυσης για να χαρτογραφήσει τους μικροοργανισμούς που σχετίζονται με τη μούμια.
Οι επιστήμονες συνέλεξαν δείγματα από τον πάγο που περιβάλλει το σώμα, από νερό που προέκυψε μετά την απόψυξη εσωτερικών τμημάτων της μούμιας, καθώς και από πολλαπλά επιχρίσματα της επιφάνειάς της. Παράλληλα, ενσωμάτωσαν δεδομένα από παλαιότερες αναλύσεις εντερικού ιστού και γαστρικού περιεχομένου, ενώ εξέτασαν ακόμη και δείγματα εδάφους από το σημείο της αρχικής ανακάλυψης.
Η πολυεπίπεδη αυτή προσέγγιση επέτρεψε στους ερευνητές να διαχωρίσουν τους μικροοργανισμούς που αποτελούσαν μέρος του οργανισμού του Ötzi κατά τη διάρκεια της ζωής του από εκείνους που εγκαταστάθηκαν αργότερα, είτε κατά την παραμονή του στον παγετώνα είτε κατά τις δεκαετίες συντήρησής του σε ελεγχόμενο περιβάλλον.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιβεβαίωση του αρχαίου εντερικού μικροβιώματος του Ötzi. Οι επιστήμονες εντόπισαν γενετικό υλικό που αντιστοιχεί σε βακτηριακές κοινότητες οι οποίες εμφανίζουν σημαντικές ομοιότητες με εκείνες πρώιμων ανθρώπινων πληθυσμών. Παρόμοιοι μικροοργανισμοί είναι πλέον εξαιρετικά σπάνιοι στους κατοίκους των σύγχρονων βιομηχανικών κοινωνιών, προσφέροντας έτσι ένα μοναδικό παράθυρο στο μικροβιακό παρελθόν της ανθρωπότητας.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της μελέτης ήταν η ανίχνευση ψυχρόφιλων ζυμομυκήτων, οργανισμών προσαρμοσμένων σε ακραία χαμηλές θερμοκρασίες. Τα είδη αυτά βρέθηκαν σε δείγματα δέρματος, στο εσωτερικό της μούμιας και στο περιεχόμενο του στομάχου της, ενώ οι γενετικές αναλύσεις αποκάλυψαν συγγένεια με μικροοργανισμούς που ζουν σήμερα σε περιοχές όπως η Ανταρκτική.
Οι ερευνητές εντόπισαν τόσο αρχαίο όσο και σύγχρονο DNA των συγκεκριμένων μυκήτων, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι μικροοργανισμοί αυτοί δεν εξαφανίστηκαν αλλά πιθανότατα εξακολουθούν να επιβιώνουν σε λανθάνουσα μορφή υπό τις συνθήκες διατήρησης της μούμιας, σε θερμοκρασία περίπου -6 βαθμών Κελσίου και υψηλή υγρασία.
Όπως εξηγεί ο Φρανκ Μάιξνερ, διευθυντής του Ινστιτούτου Μελετών Μούμιας του Eurac Research, τα ευρήματα αναδεικνύουν ότι η μούμια δεν αποτελεί ένα αμετάβλητο απολίθωμα του παρελθόντος αλλά ένα ενεργό βιολογικό οικοσύστημα που συνεχίζει να εξελίσσεται σε μικροβιακό επίπεδο.
Η έρευνα αποκάλυψε επίσης ότι ορισμένες παλαιότερες πρακτικές συντήρησης ενδέχεται να επηρέασαν τη μικροβιακή κοινότητα της μούμιας. Συγκεκριμένα, αρκετοί από τους ζυμομύκητες φαίνεται να διαθέτουν τη δυνατότητα διάσπασης της φαινόλης, μιας ουσίας που είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για την απομάκρυνση μυκήτων από την επιφάνεια του σώματος.
Πέρα από την αρχαιολογική τους σημασία, οι ψυχρόφιλοι αυτοί μικροοργανισμοί ενδέχεται να παρουσιάζουν ενδιαφέρον και για τη βιομηχανία. Οι μοναδικές βιολογικές προσαρμογές τους θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε διαδικασίες χαμηλής ενεργειακής κατανάλωσης, όπως οι ζυμώσεις σε ψυχρά περιβάλλοντα, ανοίγοντας νέες προοπτικές για βιοτεχνολογικές εφαρμογές.

