Νέα ερευνητικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ατομική παραμονή στη φύση — ακόμη και χωρίς κοινωνική συνοδεία — μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση του αισθήματος μοναξιάς. Το εύρημα αυτό προκύπτει από μελέτες Νορβηγών ερευνητών που διερεύνησαν τη σχέση μεταξύ ποιότητας ζωής, επαφής με το φυσικό περιβάλλον και υποκειμενικής εμπειρίας μοναξιάς.
Στο πλαίσιο της έρευνας εξετάστηκαν παράγοντες όπως η πρόσβαση σε φυσικούς χώρους (πράσινο), το επίπεδο ικανοποίησης από τη ζωή και ο βαθμός στον οποίο τα άτομα αποδίδουν νόημα στις επιλογές τους. Η ανάλυση ανέδειξε συσχετίσεις μεταξύ συστηματικής επαφής με τη φύση και βελτιωμένων δεικτών ψυχικής ευεξίας.
Ο Thomas Hansen, ερευνητής του φαινομένου της μοναξιάς στο Norwegian Institute of Public Health, επισημαίνει ότι τα άτομα που περνούν χρόνο σε φυσικά περιβάλλοντα εμφανίζουν γενικά καλύτερη ψυχική υγεία — είτε πρόκειται για αστικά πάρκα είτε για ορεινές ή δασικές περιοχές — ανεξαρτήτως του αν βρίσκονται μόνα ή με άλλους.
Η επαφή με τη φύση και οι μηχανισμοί ψυχολογικής ενίσχυσης
Σύμφωνα με τον Hansen, τα οφέλη είναι ιδιαίτερα εμφανή σε άτομα με χαμηλότερους δείκτες ψυχικής υγείας και ποιότητας ζωής. Η παρουσία στη φύση φαίνεται να ενισχύει τη σωματική δραστηριότητα, να μειώνει την εστίαση σε αρνητικές σκέψεις και να λειτουργεί ως «ψυχολογικό διάλειμμα» από το άγχος της καθημερινότητας. Παράλληλα, παρατηρούνται βελτιώσεις στον ύπνο, στη διάθεση και στην αυτοεκτίμηση, ενώ δημιουργούνται και ευκαιρίες για ήπια κοινωνική αλληλεπίδραση.
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η φύση επιδρά πρωτίστως στην υποκειμενική ευεξία, καλλιεργώντας θετικότερη στάση απέναντι στη ζωή και, κατ’ επέκταση, απέναντι στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Μοναξιά και μοναχικότητα: μια κρίσιμη διάκριση
Σε συμπληρωματική μελέτη που παρουσιάστηκε από το περιοδικό ScienceNorway, η Helga Synnøve Løvold και η συνάδελφός της Sindre Kåstad Hov από το Volda University College διερεύνησαν πώς βιώνουν οι κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών της Νορβηγίας τη σχέση τους με τη φύση και το αίσθημα μοναξιάς.
Η έρευνα περιέλαβε 2.500 άτομα που κατοικούν γύρω από τη λίμνη Mjøsa. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συστηματική επαφή με το φυσικό περιβάλλον συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα αντιλαμβανόμενης μοναξιάς.
Όπως επισημαίνει η Løvold, είναι κρίσιμο να διακρίνουμε μεταξύ της αντικειμενικής κατάστασης του «είμαι μόνος» και της υποκειμενικής εμπειρίας του «νιώθω μοναξιά». Η ικανότητα να βιώνει κανείς δημιουργικά τη μοναχικότητα, ιδιαίτερα σε φυσικά τοπία όπως δάση και αγροτικές εκτάσεις, ενδέχεται να λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στο αίσθημα κοινωνικής απομόνωσης.
Συνολικά, τα ευρήματα υποστηρίζουν ότι η συνειδητή και ποιοτική επαφή με τη φύση μπορεί να αποτελέσει έναν απλό αλλά αποτελεσματικό μηχανισμό ενίσχυσης της ψυχικής ανθεκτικότητας — ακόμη και όταν αυτή βιώνεται σε συνθήκες φυσικής μοναχικότητας.

