Αρχέγονοι Ευρωπαίοι είχαν κρανιακά χαρακτηριστικά πιο κοντά σε εμάς απ’ όσο πιστεύαμε

Μια νέα μελέτη τριών θραυσμάτων κρανίου από το σπήλαιο Gran Dolina, στην Ισπανία, προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της ανθρώπινης εξέλιξης. Τα ευρήματα δείχνουν ότι ο Homo antecessor, ένα από τα πρώιμα ανθρώπινα είδη που έζησαν στην Ευρώπη, διέθετε κρανιακά οστά με πάχος περισσότερο παρόμοιο με εκείνο των Νεάντερταλ και των σύγχρονων ανθρώπων παρά με των πιο αρχαϊκών ανθρωπίνων.

Ο Homo antecessor έζησε στην Ευρώπη πριν από περίπου 1,2 εκατομμύρια έως 600.000 χρόνια. Το είδος αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά το 1994, όταν αποκαλύφθηκαν απολιθώματά του στο σπήλαιο Gran Dolina, στη Σιέρα ντε Αταπουέρκα, περίπου 15 χιλιόμετρα ανατολικά του Μπούργκος στη βόρεια Ισπανία. Οι μέχρι σήμερα ενδείξεις δείχνουν ότι είχε ύψος συγκρίσιμο με εκείνο των σύγχρονων ανθρώπων και βάδιζε πλήρως όρθιος.

Η εξελικτική θέση του Homo antecessor εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Όταν περιγράφηκε για πρώτη φορά, είχε προταθεί ότι ενδεχομένως αντιπροσώπευε τον τελευταίο κοινό πρόγονο των Νεάντερταλ και των σύγχρονων ανθρώπων, εξαιτίας ενός συνδυασμού πιο εξελιγμένων χαρακτηριστικών στο πρόσωπο και πιο αρχαϊκών γνωρισμάτων στον υπόλοιπο σκελετό και στα δόντια.

Νεότερες μορφολογικές και πρωτεομικές αναλύσεις, ωστόσο, τοποθέτησαν το είδος σε πιο πρώιμο κλάδο της συγκεκριμένης εξελικτικής γραμμής.

«Η φυλογενετική θέση του Homo antecessor αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένης συζήτησης από την αρχική περιγραφή του», δήλωσε ο Ραφαέλ Γκαλαρέτο Σαντέ από το Εθνικό Κέντρο Έρευνας για την Ανθρώπινη Εξέλιξη (CENIEH) στην Ισπανία, επικεφαλής της νέας μελέτης.

Παρά τη σημασία του είδους, η ανατομία του κρανίου του εξακολουθεί να είναι ελλιπώς γνωστή, κυρίως επειδή τα απολιθώματα που έχουν διασωθεί είναι αποσπασματικά.

Τα νέα ευρήματα

Οι ερευνητές εξέτασαν τμήματα των βρεγματικών οστών από τρία ενήλικα άτομα Homo antecessor, τα οποία εντοπίστηκαν στο στρώμα TD6 του Gran Dolina.

Η ανάλυση έδειξε ότι το συνολικό πάχος του κρανιακού θόλου τους βρίσκεται μέσα στο εύρος που χαρακτηρίζει τους σύγχρονους ανθρώπους και τους Νεάντερταλ. Παράλληλα, είναι αισθητά μικρότερο από το αντίστοιχο πάχος που έχει καταγραφεί στον Homo erectus και σε άλλους ανθρωπίνους του πρώιμου Πλειστόκαινου.

Το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα ιδιαίτερα παχιά κρανιακά οστά θεωρούνται χαρακτηριστικό αρκετών πιο αρχαϊκών συγγενών του ανθρώπου.

«Είναι η πρώτη φορά που μπορέσαμε να συγκρίνουμε ποσοτικά το πάχος του κρανίου αυτού του είδους, στρώμα προς στρώμα, με τα διαθέσιμα δεδομένα για άλλα μέλη του γένους Homo», εξηγεί ο Σαντέ. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα στοιχεία προσφέρουν νέες πληροφορίες για την εξελικτική θέση του Homo antecessor.

Μέχρι σήμερα, είχε μελετηθεί λεπτομερώς μόνο ένα βρεγματικό οστό του είδους, το οποίο είχε περιγραφεί το 2017 και ανήκε σε ανήλικο άτομο. Τα τρία νέα θραύσματα, με τους κωδικούς ATD6-115, ATD6-128 και ATD6-401, προέρχονται από ενήλικες και επιτρέπουν μια πιο αξιόπιστη σύγκριση της ανατομίας τους με εκείνη άλλων ανθρωπίνων μετά την ολοκλήρωση της ανάπτυξης.

Η μικροτομογραφία αποκάλυψε τη δομή του κρανίου

Για να μελετήσουν λεπτομερώς τα απολιθώματα, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν υπολογιστική μικροτομογραφία (micro-CT). Η τεχνική επέτρεψε την ξεχωριστή μέτρηση των τριών εσωτερικών στιβάδων του κρανιακού οστού, αλλά και την καταγραφή των αγγειακών καναλιών και των μικροσκοπικών πόρων στην επιφάνειά του.

Η διπλόη, η σπογγώδης μεσαία στιβάδα του κρανιακού οστού, ήταν η παχύτερη και στα τρία δείγματα, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 41% έως 50% του συνολικού πάχους. Το συγκεκριμένο πρότυπο παρουσιάζει ομοιότητες με εκείνο που έχει παρατηρηθεί στους Νεάντερταλ και στους σύγχρονους ανθρώπους.

Υπήρχε, ωστόσο, και μια διαφορά. Ο Homo antecessor εμφάνιζε σχετικά λεπτότερη εξωτερική στιβάδα και παχύτερη εσωτερική στιβάδα σε σύγκριση τόσο με τους Νεάντερταλ όσο και με τον σύγχρονο άνθρωπο.

Οι ερευνητές θεωρούν ότι τα αποτελέσματα ενισχύουν την εικόνα του Homo antecessor ως ενός είδους με «μωσαϊκή» ανατομία, δηλαδή με συνδυασμό χαρακτηριστικών που θυμίζουν διαφορετικά στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης.

Τα νέα δεδομένα από το κρανίο προσθέτουν ένα ακόμη στοιχείο σε αυτή την εικόνα. Ωστόσο, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι τα διαθέσιμα απολιθώματα παραμένουν λίγα και αποσπασματικά.

«Το δείγμα εξακολουθεί να είναι περιορισμένο, επομένως οποιοδήποτε νέο θραύσμα θα μπορούσε να βελτιώσει ή ακόμη και να τροποποιήσει τα σημερινά συμπεράσματα», σημειώνει ο Σαντέ. «Ελπίζουμε ότι οι μελλοντικές ανασκαφές θα αποκαλύψουν περισσότερα κρανιακά κατάλοιπα, ώστε να μπορέσουμε να επιβεβαιώσουμε αυτές τις παρατηρήσεις και να κατανοήσουμε καλύτερα την εξελικτική τους σημασία».