Επιστήμονες ανέπτυξαν ένα καινοτόμο αντίσωμα που επιτρέπει στους καρκινικούς όγκους να «φωτίζονται» κατά τις ιατρικές απεικονίσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές θεραπείες.
Η ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου του Μιζούρι σχεδίασε μια νέα διαγνωστική προσέγγιση που μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίζουν ποιοι ασθενείς είναι πιθανότερο να ανταποκριθούν σε θεραπείες ακριβείας. Επικεφαλής της μελέτης είναι ο αναπληρωτής καθηγητής βιοχημείας Μπάρι Έντουαρντς, ο οποίος ανέπτυξε ένα εξαιρετικά μικρό αντίσωμα που στοχεύει την πρωτεΐνη EphA2 — μια πρωτεΐνη που απαντάται συχνά σε καρκινικούς όγκους.
Το αντίσωμα συνδέθηκε με ραδιενεργό δείκτη, ώστε να είναι ορατό μέσω τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET scan), λειτουργώντας ουσιαστικά ως ένας «αντικαρκινικός φακός».
Σε πειραματικές δοκιμές σε ποντίκια, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η τεχνολογία αυτή μπορεί να αναδεικνύει με σαφήνεια όγκους που εκφράζουν την EphA2. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η μέθοδος θα μπορούσε να προσφέρει έναν νέο, πιο ακριβή τρόπο εντοπισμού συγκεκριμένων τύπων καρκίνου, ενώ παράλληλα βοηθά στον εντοπισμό ασθενών που είναι πιθανότερο να ωφεληθούν από στοχευμένες θεραπείες, χωρίς να επηρεάζονται οι υγιείς ιστοί.
Όπως σημείωσε ο Έντουαρντς, «δεν έχει νόημα να χορηγείται μια θεραπεία που δεν θα είναι αποτελεσματική», υπογραμμίζοντας ότι η νέα αυτή τεχνική εξοικονομεί χρόνο και πόρους, ενισχύοντας την εφαρμογή της ιατρικής ακριβείας.
Σήμερα, η αξιολόγηση των όγκων βασίζεται κυρίως σε βιοψίες και μαγνητικές τομογραφίες, μέθοδοι που παρουσιάζουν περιορισμούς: οι βιοψίες είναι επεμβατικές, ενώ και οι δύο τεχνικές συχνά δεν παρέχουν πλήρη εικόνα για τις πρωτεΐνες των καρκινικών κυττάρων.
Αντίθετα, η νέα μέθοδος είναι μη επεμβατική και επιτρέπει την εξαγωγή αποτελεσμάτων μέσα σε λίγες ώρες, αντί για ημέρες — ένα σημαντικό πλεονέκτημα, ιδιαίτερα για ασθενείς που μετακινούνται για θεραπεία.
Η ερευνητική ομάδα εκτιμά ότι η τεχνική μπορεί να περάσει από το στάδιο των προκλινικών μελετών σε κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους μέσα στην επόμενη επταετία. Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Molecular Imaging and Biology.

